αὐχμήεις

αὐχμήεις, εσσα, εν,
A = αὐχμηρός, h.Hom.19.6.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αὐχμήεσσα — αὐχμήεις fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐχμήενθ' — αὐχμήεντα , αὐχμήεις neut nom/voc/acc pl αὐχμήεντα , αὐχμήεις masc acc sg αὐχμήεντι , αὐχμήεις masc/neut dat sg αὐχμήεντε , αὐχμήεις masc/neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπαυχμήεις — εσσα, εν, Α λίγο αυχμηρός, λίγο ξηρός, άνυδρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + αὐχμήεις «ξηρός, άνυδρος, στεγνός»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.